αδειοδότηση
Στα αγγλικά: licensing
Η διαδικασία με την οποία το κράτος δίνει άδεια για να επιλεγεί η θέση, να χτιστεί, να λειτουργήσει και να παροπλιστεί μια πυρηνική εγκατάσταση.
Ορολογία
Οι δύσκολοι όροι της πυρηνικής ενέργειας, και όσοι κυκλοφορούν κυρίως στα αγγλικά, εξηγημένοι με απλά λόγια. Δίπλα σε κάθε όρο γράφεται και η αγγλική του ονομασία, για όποιον τη συναντήσει σε είδηση ή σε ξένο κείμενο.
Μέσα στα άρθρα, ένας όρος με διακεκομμένη υπογράμμιση έχει λήμμα εδώ: πατήστε τον για την εξήγηση. Το σήμα «καθημερινό» ή «κανονιστικό» λέει πού συναντάται η λέξη, στον καθημερινό λόγο ή στα επίσημα κείμενα.
Στα αγγλικά: licensing
Η διαδικασία με την οποία το κράτος δίνει άδεια για να επιλεγεί η θέση, να χτιστεί, να λειτουργήσει και να παροπλιστεί μια πυρηνική εγκατάσταση.
Στα αγγλικά: inertia
Η κινητική ενέργεια που αποθηκεύουν οι περιστρεφόμενες μηχανές του δικτύου και δίνουν στο σύστημα· από αυτήν εξαρτάται πόσο γρήγορα αλλάζει η συχνότητα σε ένα απότομο συμβάν.
Στα αγγλικά: radiation protection
Το σύνολο των μέτρων που κρατούν την έκθεση σε ακτινοβολία όσο χαμηλά είναι εύλογα εφικτό.
Στα αγγλικά: chain reaction
Κάθε σχάση δίνει νετρόνια που προκαλούν τις επόμενες σχάσεις, οπότε η αντίδραση συντηρείται μόνη της.
Στα αγγλικά: defence in depth
Η αρχή ότι η ασφάλεια στηρίζεται σε αλλεπάλληλα ανεξάρτητα επίπεδα, όχι σε ένα μοναδικό μέτρο.
Στα αγγλικά: gap analysis
Η καταγραφή της απόστασης ανάμεσα σε ό,τι διαθέτει μια χώρα σήμερα και σε ό,τι απαιτείται ανά θέμα υποδομής.
Στα αγγλικά: spent fuel
Το καύσιμο που έχει αφαιρεθεί από τον πυρήνα του αντιδραστήρα και δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί στη μορφή που έχει. Στην καθημερινή γλώσσα, «αναλωμένο καύσιμο».
Στα αγγλικά: boiling water reactor
Τύπος όπου το νερό βράζει μέσα στο δοχείο πίεσης και ο ατμός πηγαίνει απευθείας στον στρόβιλο.
Στα αγγλικά: pressurised water reactor
Ο πιο διαδεδομένος τύπος, με το νερό του πρωτεύοντος υπό πίεση ώστε να μη βράζει.
Στα αγγλικά: molten salt reactor
Σχεδιασμός όπου το καύσιμο ή το ψυκτικό είναι λιωμένο άλας που κυκλοφορεί σε χαμηλή πίεση.
Στα αγγλικά: RBMK reactor
Σοβιετικός σχεδιασμός με γραφίτη ως επιβραδυντή και νερό ως ψυκτικό, με χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται στους δυτικούς σταθμούς.
Στα αγγλικά: Generation III / III+ reactors
Αντιδραστήρες εξελικτικού σχεδιασμού που αναπτύχθηκαν από τη δεκαετία του 1990, με βελτιωμένη ασφάλεια και οικονομία· οι «τρίτης γενιάς+» είναι οι νεότεροι από αυτούς.
Στα αγγλικά: steam generator
Εναλλάκτης όπου το ζεστό νερό του αντιδραστήρα βράζει, χωρίς να αναμειχθεί, το νερό του κυκλώματος της τουρμπίνας.
Στα αγγλικά: steam turbine
Μηχανή με καμπύλα πτερύγια σε περιστρεφόμενο άξονα, που τη γυρίζει ο ατμός και κινεί τη γεννήτρια ηλεκτρισμού.
Στα αγγλικά: geological disposal
Η τελική τοποθέτηση καταλοίπων υψηλής ραδιενέργειας σε σταθερό γεωλογικό σχηματισμό, σε μεγάλο βάθος.
Στα αγγλικά: fuel assembly
Το συγκρότημα ράβδων καυσίμου που φορτώνεται και αφαιρείται από την ενεργό ζώνη ως ενιαίο κομμάτι.
Στα αγγλικά: secondary circuit
Το κύκλωμα ατμού και νερού που κινεί την τουρμπίνα και δεν επικοινωνεί με το ψυκτικό του αντιδραστήρα.
Στα αγγλικά: interconnection, interconnector
Ο εξοπλισμός που ενώνει δύο ηλεκτρικά συστήματα· η «γραμμή διασύνδεσης» περνά τα σύνορα και ενώνει τα εθνικά δίκτυα δύο κρατών.
Στα αγγλικά: safeguards
Το διεθνές σύστημα λογιστικής και επαλήθευσης που βεβαιώνει ότι τα πυρηνικά υλικά μένουν σε ειρηνική χρήση.
Στα αγγλικά: International Energy Agency
Αυτόνομος διεθνής οργανισμός, ιδρυμένος στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ στο Παρίσι, που ασχολείται με το σύνολο των ενεργειακών θεμάτων.
Στα αγγλικά: Phase 1
Η πρώτη από τις τρεις φάσεις του ΔΟΑΕ: όσα εξετάζονται πριν ληφθεί απόφαση για πυρηνικό πρόγραμμα.
Στα αγγλικά: International Atomic Energy Agency (IAEA)
Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, αυτόνομος διεθνής οργανισμός συνδεδεμένος με τα Ηνωμένα Έθνη.
Στα αγγλικά: stress tests
Οι αξιολογήσεις κινδύνου και ασφάλειας όλων των πυρηνικών σταθμών της ΕΕ που έγιναν μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα.
Στα αγγλικά: dose
Το μέτρο της ενέργειας που εναποθέτει η ακτινοβολία στην ύλη ή στον οργανισμό.
Στα αγγλικά: reactor pressure vessel
Το χαλύβδινο δοχείο που κλείνει μέσα του την ενεργό ζώνη και κρατά το ψυκτικό υπό πίεση.
Στα αγγλικά: reactivity
Μέτρο του πόσο απέχει η αλυσιδωτή αντίδραση από την ισορροπία, όπου ο αριθμός των σχάσεων μένει ίδιος από γενιά σε γενιά.
Στα αγγλικά: Greek Atomic Energy Commission (EEAE)
Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, η ρυθμιστική αρχή της Ελλάδας για την ακτινοπροστασία και την πυρηνική ασφάλεια.
Στα αγγλικά: enrichment
Η διεργασία που αυξάνει την αναλογία του ουρανίου-235 μέσα στο ουράνιο.
Στα αγγλικά: effective dose
Το σταθμισμένο άθροισμα των ισοδύναμων δόσεων στους ιστούς του σώματος, για σκοπούς ακτινοπροστασίας.
Στα αγγλικά: reactor core
Το τμήμα του αντιδραστήρα όπου βρίσκεται το καύσιμο και γίνεται η σχάση.
Στα αγγλικά: activity
Πόσοι πυρήνες ενός ραδιενεργού υλικού διασπώνται ανά δευτερόλεπτο· μετριέται σε μπεκερέλ (Bq).
Στα αγγλικά: reprocessing
Η χημική διαχώριση του αναλωμένου καυσίμου ώστε να ξαναχρησιμοποιηθεί μέρος του υλικού.
Στα αγγλικά: moderator
Υλικό που κόβει την ταχύτητα των νετρονίων ώστε να προκαλούν ευκολότερα σχάση.
Στα αγγλικά: National Energy and Climate Plan
Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το κείμενο που περιγράφει τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.
Στα αγγλικά: emergency preparedness and response
Ο σχεδιασμός, οι υποδομές και οι ασκήσεις που ορίζουν τι γίνεται αν κάτι πάει στραβά.
Στα αγγλικά: flexibility
Η ικανότητα του ηλεκτρικού συστήματος να προσαρμόζεται στις μεταβολές της παραγωγής, της κατανάλωσης και της διαθεσιμότητας του δικτύου.
Στα αγγλικά: Euratom
Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, το ενωσιακό πλαίσιο για την πυρηνική ενέργεια.
Στα αγγλικά: reserves (balancing reserves)
Ισχύς που κρατείται διαθέσιμη σε μονάδες παραγωγής ή κατανάλωσης, ώστε ο διαχειριστής να συγκρατεί και να επαναφέρει τη συχνότητα όταν διαταράσσεται η ισορροπία.
Στα αγγλικά: half-life
Ο χρόνος στον οποίο η ενεργότητα ενός ραδιονουκλιδίου πέφτει στο μισό.
Στα αγγλικά: infrastructure issues
Οι δεκαεννέα κατηγορίες ζητημάτων που ο ΔΟΑΕ ορίζει ότι πρέπει να εξεταστούν σε κάθε ορόσημο.
Στα αγγλικά: ionising radiation
Ακτινοβολία με αρκετή ενέργεια ώστε να αποσπά ηλεκτρόνια από άτομα.
Στα αγγλικά: equivalent dose
Δόση σε έναν ιστό, σταθμισμένη ανάλογα με το πόσο βλαπτικό είναι το είδος της ακτινοβολίας.
Στα αγγλικά: isotope
Παραλλαγή ενός στοιχείου με ίδιο αριθμό πρωτονίων και διαφορετικό αριθμό νετρονίων.
Στα αγγλικά: dispatchable generation
Παραγωγή που ο διαχειριστής μπορεί να ζητήσει και να ρυθμίσει, ανεξάρτητα από τον καιρό.
Στα αγγλικά: mixed-oxide (MOX) fuel
Πυρηνικό καύσιμο σε κεραμικά δισκία, φτιαγμένο από οξείδιο του πλουτωνίου αναμειγμένο με οξείδιο του ουρανίου.
Στα αγγλικά: data centre
Κτίριο ή ομάδα κτιρίων που στεγάζει, συνδέει και λειτουργεί υπολογιστές και εξυπηρετητές, για την αποθήκευση, την επεξεργασία ή τη διανομή δεδομένων.
Στα αγγλικά: kilowatt-hour
Μονάδα ποσότητας ενέργειας: όση δίνει ή καταναλώνει ισχύς 1.000 watt σε διάστημα μίας ώρας.
Στα αγγλικά: International Nuclear and Radiological Event Scale
Διεθνής κλίμακα που κατατάσσει πυρηνικά και ραδιολογικά συμβάντα κατά βαρύτητα, για να επικοινωνούνται με κοινή γλώσσα.
Στα αγγλικά: cost of capital
Η απόδοση που ζητούν δανειστές και επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν ένα έργο, εκφρασμένη ως επιτόκιο.
Στα αγγλικά: system cost
Το κόστος που προσθέτει μια μονάδα στο υπόλοιπο ηλεκτρικό σύστημα, πέρα από το δικό της κόστος παραγωγής.
Στα αγγλικά: criticality
Η κατάσταση στην οποία η αλυσιδωτή αντίδραση αυτοσυντηρείται σταθερά, χωρίς να σβήνει και χωρίς να ανεβαίνει.
Στα αγγλικά: nuclear fuel cycle
Όλη η διαδρομή του πυρηνικού καυσίμου, από την εξόρυξη ως τη διαχείριση όσων μένουν μετά τη χρήση.
Στα αγγλικά: non-interconnected islands
Νησιά που δεν συνδέονται με το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς και καλύπτουν τη ζήτησή τους τοπικά.
Στα αγγλικά: microgrid
Τοπικό ηλεκτρικό σύστημα που μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, με δική του παραγωγή και δικό του έλεγχο.
Στα αγγλικά: small modular reactors
Αντιδραστήρες μικρότερης ισχύος, κατασκευασμένοι σε εργοστάσιο ως ενότητες· ελάχιστοι λειτουργούν ή κατασκευάζονται σήμερα.
Στα αγγλικά: neutron
Σωματίδιο του πυρήνα χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, ο φορέας της αλυσιδωτής αντίδρασης.
Στα αγγλικά: dry cask storage
Φύλαξη αναλωμένου καυσίμου σε θωρακισμένα δοχεία που ψύχονται με τον αέρα, χωρίς αντλίες.
Στα αγγλικά: OECD Nuclear Energy Agency
Διακυβερνητικός οργανισμός στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, όπου κράτη με πυρηνική τεχνολογία συνεργάζονται και ανταλλάσσουν γνώση· μέλος του είναι και η Ελλάδα.
Στα αγγλικά: milestone
Η συνθήκη που δείχνει ότι μια φάση ολοκληρώθηκε και ότι μπορεί να ληφθεί απόφαση για την επόμενη.
Στα αγγλικά: uranium-235
Το ισότοπο του ουρανίου που σχάζεται από αργά νετρόνια και τροφοδοτεί τους σημερινούς αντιδραστήρες.
Στα αγγλικά: passive safety
Λειτουργίες ασφαλείας που στηρίζονται σε φυσικά φαινόμενα αντί για αντλίες, ρεύμα και εντολές.
Στα αγγλικά: decay heat
Η θερμότητα που συνεχίζει να βγάζει το καύσιμο αφού σταματήσει η αλυσιδωτή αντίδραση.
Στα αγγλικά: decommissioning
Οι διοικητικές και τεχνικές ενέργειες που επιτρέπουν να αρθούν ορισμένοι ή όλοι οι ρυθμιστικοί έλεγχοι από μια εγκατάσταση.
Στα αγγλικά: curtailment
Μείωση της παραγωγής σταθμών, όπως οι σταθμοί ανανεώσιμων πηγών, με εντολή του διαχειριστή, για την ευστάθεια και την ασφαλή λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.
Στα αγγλικά: containment
Η στεγανή κατασκευή γύρω από τον αντιδραστήρα, που κρατά μέσα ό,τι θα μπορούσε να διαφύγει.
Στα αγγλικά: plutonium
Σχάσιμο στοιχείο που δημιουργείται μέσα στο καύσιμο κατά τη λειτουργία του αντιδραστήρα.
Στα αγγλικά: Act of the Cabinet (Council of Ministers)
Κανονιστικό κείμενο που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στα αγγλικά: pre-feasibility study
Η προκαταρκτική μελέτη που αποτιμά αν μια επιλογή στέκει, πριν δεσμευτούν πόροι για πλήρη μελέτη.
Στα αγγλικά: primary circuit
Το κλειστό κύκλωμα που κυκλοφορεί το ψυκτικό μέσα από την ενεργό ζώνη.
Στα αγγλικά: nuclear power plant
Θερμικός σταθμός που παίρνει τη θερμότητά του από ελεγχόμενη σχάση αντί από καύση.
Στα αγγλικά: control rods
Ράβδοι από υλικό που απορροφά νετρόνια, με τις οποίες ρυθμίζεται η ισχύς.
Στα αγγλικά: radioactive waste
Υλικά με ραδιενέργεια για τα οποία δεν προβλέπεται περαιτέρω χρήση και πρέπει να διαχειριστούν ελεγχόμενα. Στην καθημερινή γλώσσα, «ραδιενεργά κατάλοιπα».
Στα αγγλικά: radioactivity
Η αυθόρμητη διάσπαση ασταθών πυρήνων, που εκπέμπουν ακτινοβολία καθώς μεταπίπτουν σε σταθερότερη μορφή.
Στα αγγλικά: regulated asset base
Μοντέλο χρηματοδότησης όπου η εταιρεία του έργου εισπράττει ρυθμιζόμενο έσοδο ήδη από την κατασκευή, από χρέωση που αναμένεται να καταλήξει στους λογαριασμούς ρεύματος.
Στα αγγλικά: nuclear regulatory authority
Η ανεξάρτητη αρχή που αδειοδοτεί, επιθεωρεί και μπορεί να σταματήσει μια πυρηνική ή ραδιολογική δραστηριότητα.
Στα αγγλικά: seismic hazard assessment
Η μελέτη που ορίζει τη σεισμική δράση σχεδιασμού για μια θέση και ελέγχει αν οι κατασκευές την αντέχουν.
Στα αγγλικά: sievert
Η μονάδα της ενεργού και της ισοδύναμης δόσης: της ακτινοβολίας που δέχεται ο άνθρωπος, σταθμισμένης για το είδος της και για τον ιστό που ακτινοβολείται.
Στα αγγλικά: levelised cost of electricity
Δείκτης που ανάγει όλο το κόστος ζωής ενός έργου σε ένα κόστος ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας.
Στα αγγλικά: void coefficient (of reactivity)
Πόσο αλλάζει η δραστικότητα όταν στο νερό ψύξης σχηματίζονται φυσαλίδες ατμού.
Στα αγγλικά: capacity factor
Η αναλογία της ενέργειας που όντως παρήγαγε μια μονάδα προς όση θα έδινε αν δούλευε συνεχώς στην ονομαστική της ισχύ.
Στα αγγλικά: nuclear fusion
Ελαφροί πυρήνες ενώνονται σε βαρύτερους και δίνουν ενέργεια, το αντίστροφο της σχάσης.
Στα αγγλικά: nuclear fission
Ο πυρήνας ενός βαρέος ατόμου σπάει σε ελαφρύτερα κομμάτια και ελευθερώνει ενέργεια.
Στα αγγλικά: fast reactor
Αντιδραστήρας χωρίς επιβραδυντή, όπου η σχάση συντηρείται από γρήγορα νετρόνια.
Στα αγγλικά: core melt
Η υπερθέρμανση και το λιώσιμο του καυσίμου όταν χαθεί η ψύξη του.
Στα αγγλικά: baseload
Το τμήμα της ζήτησης που υπάρχει συνεχώς, μέρα και νύχτα, όλες τις εποχές.
Στα αγγλικά: barriers
Τα διαδοχικά, ανεξάρτητα μεταξύ τους εμπόδια ανάμεσα στα ραδιενεργά υλικά και στο περιβάλλον.
Στα αγγλικά: siting
Η διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης θέσης για μια πυρηνική εγκατάσταση, με κριτήρια που ξεπερνούν κατά πολύ τη διαθεσιμότητα νερού.
Στα αγγλικά: coolant
Το ρευστό που παραλαμβάνει τη θερμότητα από το καύσιμο και τη μεταφέρει έξω από την ενεργό ζώνη.
Στα αγγλικά: contract for difference
Σύμβαση που εξασφαλίζει στον παραγωγό σταθερή τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια: όταν η αγορά πληρώνει λιγότερο παίρνει τη διαφορά, όταν πληρώνει περισσότερο την επιστρέφει.
Στα αγγλικά: design basis threat (DBT)
Η περιγραφή των πιθανών επιτιθέμενων, από μέσα ή απ’ έξω, με βάση την οποία σχεδιάζεται και ελέγχεται η φυσική προστασία μιας πυρηνικής εγκατάστασης.
Λειτουργία μονάδας παραγωγής με ισχύ που μεταβάλλεται, ώστε η παραγωγή να ακολουθεί όσο γίνεται πιστότερα την αναμενόμενη ζήτηση.
Τα βαριά στοιχεία της οικογένειας των ακτινιδών που υπάρχουν στο αναλωμένο καύσιμο, εκτός από το ουράνιο και το πλουτώνιο.
Στα αγγλικά: Nuclear Energy Programme Implementing Organization
Ο συντονιστικός μηχανισμός που συστήνει ένα κράτος για να εξετάσει την πυρηνική επιλογή πριν αποφασίσει.
Στα αγγλικά: U.S. Nuclear Regulatory Commission
Η ανεξάρτητη υπηρεσία των ΗΠΑ που ρυθμίζει τους εμπορικούς πυρηνικούς σταθμούς και τις άλλες πολιτικές χρήσεις πυρηνικών υλικών.
Στα αγγλικά: passive autocatalytic recombiners
Απλές συσκευές με καταλύτη μέσα στο περιοριστικό κέλυφος, που απομακρύνουν το υδρογόνο χωρίς ρεύμα και χωρίς χειριστή, για να αποτρέπονται εκρήξεις.
Στα αγγλικά: fuel pellets
Μικροί κεραμικοί κύλινδροι από οξείδιο του ουρανίου, που στοιβάζονται μέσα σε μεταλλικούς σωλήνες και αποτελούν το καύσιμο του αντιδραστήρα.
Το δοχείο που ρυθμίζει και διατηρεί την πίεση του πρωτεύοντος κυκλώματος.
Στα αγγλικά: scram, reactor trip
Το απότομο σταμάτημα ενός πυρηνικού αντιδραστήρα σε έκτακτη ανάγκη, συνήθως με γρήγορη εισαγωγή των ράβδων ελέγχου.
Το μέσο, συνήθως νερό ή ατμόσφαιρα, που δέχεται τη θερμότητα που απομένει στον αντιδραστήρα, ακόμη κι όταν έχουν χαθεί όλα τα άλλα μέσα απαγωγής της.
Στα αγγλικά: yellowcake (uranium ore concentrate)
Η στερεή μορφή οξειδίων του ουρανίου που παράγεται από το μετάλλευμα κατά την επεξεργασία του και στέλνεται στη μετατροπή για την κατασκευή καυσίμου.
Απαντά μόνο ό,τι γράφει το site
Ερωτήσεις που απαντά ήδη το site
Κάθε απάντηση είναι αυτούσιο απόσπασμα από μια σελίδα του site, με σύνδεσμο στο σημείο. Η ερώτησή σου μένει στη συσκευή σου: δεν στέλνεται πουθενά.