nuclear.gr Κάθε αριθμός με πηγή

Ορολογία

Γλωσσάρι

Οι δύσκολοι όροι της πυρηνικής ενέργειας, και όσοι κυκλοφορούν κυρίως στα αγγλικά, εξηγημένοι με απλά λόγια. Δίπλα σε κάθε όρο γράφεται και η αγγλική του ονομασία, για όποιον τη συναντήσει σε είδηση ή σε ξένο κείμενο.

Μέσα στα άρθρα, ένας όρος με διακεκομμένη υπογράμμιση έχει λήμμα εδώ: πατήστε τον για την εξήγηση. Το σήμα «καθημερινό» ή «κανονιστικό» λέει πού συναντάται η λέξη, στον καθημερινό λόγο ή στα επίσημα κείμενα.

Α

αδειοδότηση

Στα αγγλικά: licensing

Η διαδικασία με την οποία το κράτος δίνει άδεια για να επιλεγεί η θέση, να χτιστεί, να λειτουργήσει και να παροπλιστεί μια πυρηνική εγκατάσταση.

κανονιστικό

αδράνεια

Στα αγγλικά: inertia

Η κινητική ενέργεια που αποθηκεύουν οι περιστρεφόμενες μηχανές του δικτύου και δίνουν στο σύστημα· από αυτήν εξαρτάται πόσο γρήγορα αλλάζει η συχνότητα σε ένα απότομο συμβάν.

κανονιστικό

ακτινοπροστασία

Στα αγγλικά: radiation protection

Το σύνολο των μέτρων που κρατούν την έκθεση σε ακτινοβολία όσο χαμηλά είναι εύλογα εφικτό.

κανονιστικό

αλυσιδωτή αντίδραση

Στα αγγλικά: chain reaction

Κάθε σχάση δίνει νετρόνια που προκαλούν τις επόμενες σχάσεις, οπότε η αντίδραση συντηρείται μόνη της.

καθημερινό

άμυνα σε βάθος

Στα αγγλικά: defence in depth

Η αρχή ότι η ασφάλεια στηρίζεται σε αλλεπάλληλα ανεξάρτητα επίπεδα, όχι σε ένα μοναδικό μέτρο.

κανονιστικό

ανάλυση θεσμικών ελλείψεων

Στα αγγλικά: gap analysis

Η καταγραφή της απόστασης ανάμεσα σε ό,τι διαθέτει μια χώρα σήμερα και σε ό,τι απαιτείται ανά θέμα υποδομής.

κανονιστικό

αναλωθέν πυρηνικό καύσιμο

Στα αγγλικά: spent fuel

Το καύσιμο που έχει αφαιρεθεί από τον πυρήνα του αντιδραστήρα και δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί στη μορφή που έχει. Στην καθημερινή γλώσσα, «αναλωμένο καύσιμο».

κανονιστικό

αντιδραστήρας βρασμού ύδατος

Στα αγγλικά: boiling water reactor

Τύπος όπου το νερό βράζει μέσα στο δοχείο πίεσης και ο ατμός πηγαίνει απευθείας στον στρόβιλο.

κανονιστικό

αντιδραστήρας τηγμένων αλάτων

Στα αγγλικά: molten salt reactor

Σχεδιασμός όπου το καύσιμο ή το ψυκτικό είναι λιωμένο άλας που κυκλοφορεί σε χαμηλή πίεση.

κανονιστικό

αντιδραστήρας τύπου RBMK

Στα αγγλικά: RBMK reactor

Σοβιετικός σχεδιασμός με γραφίτη ως επιβραδυντή και νερό ως ψυκτικό, με χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται στους δυτικούς σταθμούς.

κανονιστικό

αντιδραστήρες τρίτης γενιάς

Στα αγγλικά: Generation III / III+ reactors

Αντιδραστήρες εξελικτικού σχεδιασμού που αναπτύχθηκαν από τη δεκαετία του 1990, με βελτιωμένη ασφάλεια και οικονομία· οι «τρίτης γενιάς+» είναι οι νεότεροι από αυτούς.

κανονιστικό

ατμογεννήτρια

Στα αγγλικά: steam generator

Εναλλάκτης όπου το ζεστό νερό του αντιδραστήρα βράζει, χωρίς να αναμειχθεί, το νερό του κυκλώματος της τουρμπίνας.

κανονιστικό

ατμοστρόβιλος

Στα αγγλικά: steam turbine

Μηχανή με καμπύλα πτερύγια σε περιστρεφόμενο άξονα, που τη γυρίζει ο ατμός και κινεί τη γεννήτρια ηλεκτρισμού.

κανονιστικό

Γ

γεωλογική διάθεση

Στα αγγλικά: geological disposal

Η τελική τοποθέτηση καταλοίπων υψηλής ραδιενέργειας σε σταθερό γεωλογικό σχηματισμό, σε μεγάλο βάθος.

κανονιστικό

Δ

δέσμη καυσίμου

Στα αγγλικά: fuel assembly

Το συγκρότημα ράβδων καυσίμου που φορτώνεται και αφαιρείται από την ενεργό ζώνη ως ενιαίο κομμάτι.

κανονιστικό

δευτερεύον κύκλωμα

Στα αγγλικά: secondary circuit

Το κύκλωμα ατμού και νερού που κινεί την τουρμπίνα και δεν επικοινωνεί με το ψυκτικό του αντιδραστήρα.

κανονιστικό

διασύνδεση

Στα αγγλικά: interconnection, interconnector

Ο εξοπλισμός που ενώνει δύο ηλεκτρικά συστήματα· η «γραμμή διασύνδεσης» περνά τα σύνορα και ενώνει τα εθνικά δίκτυα δύο κρατών.

κανονιστικό

διασφαλίσεις

Στα αγγλικά: safeguards

Το διεθνές σύστημα λογιστικής και επαλήθευσης που βεβαιώνει ότι τα πυρηνικά υλικά μένουν σε ειρηνική χρήση.

κανονιστικό

Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA)

Στα αγγλικά: International Energy Agency

Αυτόνομος διεθνής οργανισμός, ιδρυμένος στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ στο Παρίσι, που ασχολείται με το σύνολο των ενεργειακών θεμάτων.

καθημερινό

διερευνητική φάση

Στα αγγλικά: Phase 1

Η πρώτη από τις τρεις φάσεις του ΔΟΑΕ: όσα εξετάζονται πριν ληφθεί απόφαση για πυρηνικό πρόγραμμα.

κανονιστικό

ΔΟΑΕ

Στα αγγλικά: International Atomic Energy Agency (IAEA)

Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, αυτόνομος διεθνής οργανισμός συνδεδεμένος με τα Ηνωμένα Έθνη.

κανονιστικό

δοκιμές αντοχής

Στα αγγλικά: stress tests

Οι αξιολογήσεις κινδύνου και ασφάλειας όλων των πυρηνικών σταθμών της ΕΕ που έγιναν μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα.

κανονιστικό

δόση

Στα αγγλικά: dose

Το μέτρο της ενέργειας που εναποθέτει η ακτινοβολία στην ύλη ή στον οργανισμό.

κανονιστικό

δοχείο πίεσης

Στα αγγλικά: reactor pressure vessel

Το χαλύβδινο δοχείο που κλείνει μέσα του την ενεργό ζώνη και κρατά το ψυκτικό υπό πίεση.

κανονιστικό

δραστικότητα

Στα αγγλικά: reactivity

Μέτρο του πόσο απέχει η αλυσιδωτή αντίδραση από την ισορροπία, όπου ο αριθμός των σχάσεων μένει ίδιος από γενιά σε γενιά.

κανονιστικό

Ε

εμπλουτισμός

Στα αγγλικά: enrichment

Η διεργασία που αυξάνει την αναλογία του ουρανίου-235 μέσα στο ουράνιο.

κανονιστικό

ενεργός δόση

Στα αγγλικά: effective dose

Το σταθμισμένο άθροισμα των ισοδύναμων δόσεων στους ιστούς του σώματος, για σκοπούς ακτινοπροστασίας.

κανονιστικό

ενεργός ζώνη

Στα αγγλικά: reactor core

Το τμήμα του αντιδραστήρα όπου βρίσκεται το καύσιμο και γίνεται η σχάση.

κανονιστικό

ενεργότητα

Στα αγγλικά: activity

Πόσοι πυρήνες ενός ραδιενεργού υλικού διασπώνται ανά δευτερόλεπτο· μετριέται σε μπεκερέλ (Bq).

κανονιστικό

επανεπεξεργασία

Στα αγγλικά: reprocessing

Η χημική διαχώριση του αναλωμένου καυσίμου ώστε να ξαναχρησιμοποιηθεί μέρος του υλικού.

κανονιστικό

επιβραδυντής

Στα αγγλικά: moderator

Υλικό που κόβει την ταχύτητα των νετρονίων ώστε να προκαλούν ευκολότερα σχάση.

κανονιστικό

ΕΣΕΚ

Στα αγγλικά: National Energy and Climate Plan

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το κείμενο που περιγράφει τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.

κανονιστικό

ευελιξία

Στα αγγλικά: flexibility

Η ικανότητα του ηλεκτρικού συστήματος να προσαρμόζεται στις μεταβολές της παραγωγής, της κατανάλωσης και της διαθεσιμότητας του δικτύου.

κανονιστικό

Ευρατόμ

Στα αγγλικά: Euratom

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, το ενωσιακό πλαίσιο για την πυρηνική ενέργεια.

κανονιστικό

εφεδρεία

Στα αγγλικά: reserves (balancing reserves)

Ισχύς που κρατείται διαθέσιμη σε μονάδες παραγωγής ή κατανάλωσης, ώστε ο διαχειριστής να συγκρατεί και να επαναφέρει τη συχνότητα όταν διαταράσσεται η ισορροπία.

κανονιστικό

Η

ημιζωή

Στα αγγλικά: half-life

Ο χρόνος στον οποίο η ενεργότητα ενός ραδιονουκλιδίου πέφτει στο μισό.

κανονιστικό

Θ

θέματα υποδομής

Στα αγγλικά: infrastructure issues

Οι δεκαεννέα κατηγορίες ζητημάτων που ο ΔΟΑΕ ορίζει ότι πρέπει να εξεταστούν σε κάθε ορόσημο.

κανονιστικό

Ι

ιοντίζουσα ακτινοβολία

Στα αγγλικά: ionising radiation

Ακτινοβολία με αρκετή ενέργεια ώστε να αποσπά ηλεκτρόνια από άτομα.

κανονιστικό

ισοδύναμη δόση

Στα αγγλικά: equivalent dose

Δόση σε έναν ιστό, σταθμισμένη ανάλογα με το πόσο βλαπτικό είναι το είδος της ακτινοβολίας.

κανονιστικό

ισότοπο

Στα αγγλικά: isotope

Παραλλαγή ενός στοιχείου με ίδιο αριθμό πρωτονίων και διαφορετικό αριθμό νετρονίων.

καθημερινό

Κ

κατανεμητέα παραγωγή

Στα αγγλικά: dispatchable generation

Παραγωγή που ο διαχειριστής μπορεί να ζητήσει και να ρυθμίσει, ανεξάρτητα από τον καιρό.

κανονιστικό

καύσιμο μείγματος οξειδίων (MOX)

Στα αγγλικά: mixed-oxide (MOX) fuel

Πυρηνικό καύσιμο σε κεραμικά δισκία, φτιαγμένο από οξείδιο του πλουτωνίου αναμειγμένο με οξείδιο του ουρανίου.

κανονιστικό

κέντρο δεδομένων

Στα αγγλικά: data centre

Κτίριο ή ομάδα κτιρίων που στεγάζει, συνδέει και λειτουργεί υπολογιστές και εξυπηρετητές, για την αποθήκευση, την επεξεργασία ή τη διανομή δεδομένων.

καθημερινό

κιλοβατώρα (kWh)

Στα αγγλικά: kilowatt-hour

Μονάδα ποσότητας ενέργειας: όση δίνει ή καταναλώνει ισχύς 1.000 watt σε διάστημα μίας ώρας.

καθημερινό

κλίμακα INES

Στα αγγλικά: International Nuclear and Radiological Event Scale

Διεθνής κλίμακα που κατατάσσει πυρηνικά και ραδιολογικά συμβάντα κατά βαρύτητα, για να επικοινωνούνται με κοινή γλώσσα.

κανονιστικό

κόστος κεφαλαίου

Στα αγγλικά: cost of capital

Η απόδοση που ζητούν δανειστές και επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν ένα έργο, εκφρασμένη ως επιτόκιο.

κανονιστικό

κόστος συστήματος

Στα αγγλικά: system cost

Το κόστος που προσθέτει μια μονάδα στο υπόλοιπο ηλεκτρικό σύστημα, πέρα από το δικό της κόστος παραγωγής.

κανονιστικό

κρισιμότητα

Στα αγγλικά: criticality

Η κατάσταση στην οποία η αλυσιδωτή αντίδραση αυτοσυντηρείται σταθερά, χωρίς να σβήνει και χωρίς να ανεβαίνει.

κανονιστικό

κύκλος καυσίμου

Στα αγγλικά: nuclear fuel cycle

Όλη η διαδρομή του πυρηνικού καυσίμου, από την εξόρυξη ως τη διαχείριση όσων μένουν μετά τη χρήση.

κανονιστικό

Μ

μη διασυνδεδεμένα νησιά

Στα αγγλικά: non-interconnected islands

Νησιά που δεν συνδέονται με το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς και καλύπτουν τη ζήτησή τους τοπικά.

κανονιστικό

μικροδίκτυο

Στα αγγλικά: microgrid

Τοπικό ηλεκτρικό σύστημα που μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, με δική του παραγωγή και δικό του έλεγχο.

κανονιστικό

μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες

Στα αγγλικά: small modular reactors

Αντιδραστήρες μικρότερης ισχύος, κατασκευασμένοι σε εργοστάσιο ως ενότητες· ελάχιστοι λειτουργούν ή κατασκευάζονται σήμερα.

κανονιστικό

Ν

νετρόνιο

Στα αγγλικά: neutron

Σωματίδιο του πυρήνα χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, ο φορέας της αλυσιδωτής αντίδρασης.

κανονιστικό

Ξ

ξηρή αποθήκευση

Στα αγγλικά: dry cask storage

Φύλαξη αναλωμένου καυσίμου σε θωρακισμένα δοχεία που ψύχονται με τον αέρα, χωρίς αντλίες.

κανονιστικό

Ο

Οργανισμός Πυρηνικής Ενέργειας (NEA)

Στα αγγλικά: OECD Nuclear Energy Agency

Διακυβερνητικός οργανισμός στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, όπου κράτη με πυρηνική τεχνολογία συνεργάζονται και ανταλλάσσουν γνώση· μέλος του είναι και η Ελλάδα.

κανονιστικό

ορόσημο

Στα αγγλικά: milestone

Η συνθήκη που δείχνει ότι μια φάση ολοκληρώθηκε και ότι μπορεί να ληφθεί απόφαση για την επόμενη.

κανονιστικό

ουράνιο-235

Στα αγγλικά: uranium-235

Το ισότοπο του ουρανίου που σχάζεται από αργά νετρόνια και τροφοδοτεί τους σημερινούς αντιδραστήρες.

κανονιστικό

Π

παθητική ασφάλεια

Στα αγγλικά: passive safety

Λειτουργίες ασφαλείας που στηρίζονται σε φυσικά φαινόμενα αντί για αντλίες, ρεύμα και εντολές.

κανονιστικό

παραμένουσα θερμότητα

Στα αγγλικά: decay heat

Η θερμότητα που συνεχίζει να βγάζει το καύσιμο αφού σταματήσει η αλυσιδωτή αντίδραση.

κανονιστικό

παροπλισμός

Στα αγγλικά: decommissioning

Οι διοικητικές και τεχνικές ενέργειες που επιτρέπουν να αρθούν ορισμένοι ή όλοι οι ρυθμιστικοί έλεγχοι από μια εγκατάσταση.

κανονιστικό

περικοπή

Στα αγγλικά: curtailment

Μείωση της παραγωγής σταθμών, όπως οι σταθμοί ανανεώσιμων πηγών, με εντολή του διαχειριστή, για την ευστάθεια και την ασφαλή λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.

κανονιστικό

περιοριστικό κέλυφος

Στα αγγλικά: containment

Η στεγανή κατασκευή γύρω από τον αντιδραστήρα, που κρατά μέσα ό,τι θα μπορούσε να διαφύγει.

κανονιστικό

πλουτώνιο

Στα αγγλικά: plutonium

Σχάσιμο στοιχείο που δημιουργείται μέσα στο καύσιμο κατά τη λειτουργία του αντιδραστήρα.

κανονιστικό

Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου

Στα αγγλικά: Act of the Cabinet (Council of Ministers)

Κανονιστικό κείμενο που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

κανονιστικό

προμελέτη σκοπιμότητας

Στα αγγλικά: pre-feasibility study

Η προκαταρκτική μελέτη που αποτιμά αν μια επιλογή στέκει, πριν δεσμευτούν πόροι για πλήρη μελέτη.

κανονιστικό

πρωτεύον κύκλωμα

Στα αγγλικά: primary circuit

Το κλειστό κύκλωμα που κυκλοφορεί το ψυκτικό μέσα από την ενεργό ζώνη.

κανονιστικό

Ρ

ράβδοι ελέγχου

Στα αγγλικά: control rods

Ράβδοι από υλικό που απορροφά νετρόνια, με τις οποίες ρυθμίζεται η ισχύς.

κανονιστικό

ραδιενεργά απόβλητα

Στα αγγλικά: radioactive waste

Υλικά με ραδιενέργεια για τα οποία δεν προβλέπεται περαιτέρω χρήση και πρέπει να διαχειριστούν ελεγχόμενα. Στην καθημερινή γλώσσα, «ραδιενεργά κατάλοιπα».

κανονιστικό

ραδιενέργεια

Στα αγγλικά: radioactivity

Η αυθόρμητη διάσπαση ασταθών πυρήνων, που εκπέμπουν ακτινοβολία καθώς μεταπίπτουν σε σταθερότερη μορφή.

καθημερινό

ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση (RAB)

Στα αγγλικά: regulated asset base

Μοντέλο χρηματοδότησης όπου η εταιρεία του έργου εισπράττει ρυθμιζόμενο έσοδο ήδη από την κατασκευή, από χρέωση που αναμένεται να καταλήξει στους λογαριασμούς ρεύματος.

κανονιστικό

ρυθμιστική αρχή

Στα αγγλικά: nuclear regulatory authority

Η ανεξάρτητη αρχή που αδειοδοτεί, επιθεωρεί και μπορεί να σταματήσει μια πυρηνική ή ραδιολογική δραστηριότητα.

κανονιστικό

Σ

σεισμική αξιολόγηση

Στα αγγλικά: seismic hazard assessment

Η μελέτη που ορίζει τη σεισμική δράση σχεδιασμού για μια θέση και ελέγχει αν οι κατασκευές την αντέχουν.

κανονιστικό

σίβερτ (Sv)

Στα αγγλικά: sievert

Η μονάδα της ενεργού και της ισοδύναμης δόσης: της ακτινοβολίας που δέχεται ο άνθρωπος, σταθμισμένης για το είδος της και για τον ιστό που ακτινοβολείται.

κανονιστικό

συντελεστής κενού

Στα αγγλικά: void coefficient (of reactivity)

Πόσο αλλάζει η δραστικότητα όταν στο νερό ψύξης σχηματίζονται φυσαλίδες ατμού.

κανονιστικό

συντελεστής φορτίου

Στα αγγλικά: capacity factor

Η αναλογία της ενέργειας που όντως παρήγαγε μια μονάδα προς όση θα έδινε αν δούλευε συνεχώς στην ονομαστική της ισχύ.

κανονιστικό

σύντηξη

Στα αγγλικά: nuclear fusion

Ελαφροί πυρήνες ενώνονται σε βαρύτερους και δίνουν ενέργεια, το αντίστροφο της σχάσης.

καθημερινό

σχάση

Στα αγγλικά: nuclear fission

Ο πυρήνας ενός βαρέος ατόμου σπάει σε ελαφρύτερα κομμάτια και ελευθερώνει ενέργεια.

κανονιστικό

Τ

ταχύς αντιδραστήρας

Στα αγγλικά: fast reactor

Αντιδραστήρας χωρίς επιβραδυντή, όπου η σχάση συντηρείται από γρήγορα νετρόνια.

κανονιστικό

τήξη ενεργού ζώνης

Στα αγγλικά: core melt

Η υπερθέρμανση και το λιώσιμο του καυσίμου όταν χαθεί η ψύξη του.

κανονιστικό

Φ

φορτίο βάσης

Στα αγγλικά: baseload

Το τμήμα της ζήτησης που υπάρχει συνεχώς, μέρα και νύχτα, όλες τις εποχές.

καθημερινό

φράγματα συγκράτησης

Στα αγγλικά: barriers

Τα διαδοχικά, ανεξάρτητα μεταξύ τους εμπόδια ανάμεσα στα ραδιενεργά υλικά και στο περιβάλλον.

κανονιστικό

Χ

χωροθέτηση

Στα αγγλικά: siting

Η διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης θέσης για μια πυρηνική εγκατάσταση, με κριτήρια που ξεπερνούν κατά πολύ τη διαθεσιμότητα νερού.

κανονιστικό

Ψ

ψυκτικό μέσο

Στα αγγλικά: coolant

Το ρευστό που παραλαμβάνει τη θερμότητα από το καύσιμο και τη μεταφέρει έξω από την ενεργό ζώνη.

κανονιστικό

Αγγλικοί όροι

CfD (σύμβαση επί διαφοράς)

Στα αγγλικά: contract for difference

Σύμβαση που εξασφαλίζει στον παραγωγό σταθερή τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια: όταν η αγορά πληρώνει λιγότερο παίρνει τη διαφορά, όταν πληρώνει περισσότερο την επιστρέφει.

κανονιστικό

design basis threat

Στα αγγλικά: design basis threat (DBT)

Η περιγραφή των πιθανών επιτιθέμενων, από μέσα ή απ’ έξω, με βάση την οποία σχεδιάζεται και ελέγχεται η φυσική προστασία μιας πυρηνικής εγκατάστασης.

κανονιστικό

load following

Λειτουργία μονάδας παραγωγής με ισχύ που μεταβάλλεται, ώστε η παραγωγή να ακολουθεί όσο γίνεται πιστότερα την αναμενόμενη ζήτηση.

κανονιστικό

minor actinides

Τα βαριά στοιχεία της οικογένειας των ακτινιδών που υπάρχουν στο αναλωμένο καύσιμο, εκτός από το ουράνιο και το πλουτώνιο.

κανονιστικό

NEPIO

Στα αγγλικά: Nuclear Energy Programme Implementing Organization

Ο συντονιστικός μηχανισμός που συστήνει ένα κράτος για να εξετάσει την πυρηνική επιλογή πριν αποφασίσει.

κανονιστικό

NRC

Στα αγγλικά: U.S. Nuclear Regulatory Commission

Η ανεξάρτητη υπηρεσία των ΗΠΑ που ρυθμίζει τους εμπορικούς πυρηνικούς σταθμούς και τις άλλες πολιτικές χρήσεις πυρηνικών υλικών.

κανονιστικό

passive autocatalytic recombiners (PARs)

Στα αγγλικά: passive autocatalytic recombiners

Απλές συσκευές με καταλύτη μέσα στο περιοριστικό κέλυφος, που απομακρύνουν το υδρογόνο χωρίς ρεύμα και χωρίς χειριστή, για να αποτρέπονται εκρήξεις.

κανονιστικό

pellets (δισκία καυσίμου)

Στα αγγλικά: fuel pellets

Μικροί κεραμικοί κύλινδροι από οξείδιο του ουρανίου, που στοιβάζονται μέσα σε μεταλλικούς σωλήνες και αποτελούν το καύσιμο του αντιδραστήρα.

καθημερινό

pressuriser

Το δοχείο που ρυθμίζει και διατηρεί την πίεση του πρωτεύοντος κυκλώματος.

κανονιστικό

scram

Στα αγγλικά: scram, reactor trip

Το απότομο σταμάτημα ενός πυρηνικού αντιδραστήρα σε έκτακτη ανάγκη, συνήθως με γρήγορη εισαγωγή των ράβδων ελέγχου.

κανονιστικό

ultimate heat sink

Το μέσο, συνήθως νερό ή ατμόσφαιρα, που δέχεται τη θερμότητα που απομένει στον αντιδραστήρα, ακόμη κι όταν έχουν χαθεί όλα τα άλλα μέσα απαγωγής της.

κανονιστικό

yellowcake

Στα αγγλικά: yellowcake (uranium ore concentrate)

Η στερεή μορφή οξειδίων του ουρανίου που παράγεται από το μετάλλευμα κατά την επεξεργασία του και στέλνεται στη μετατροπή για την κατασκευή καυσίμου.

καθημερινό