fail-safe
Σχεδιασμός ώστε η βλάβη ενός συστήματος, ή η απώλεια του ρεύματος ή άλλης υποστήριξης που χρειάζεται, να μην εμποδίζει τη λειτουργία ασφαλείας.
Ορισμός
Κατά τις απαιτήσεις σχεδιασμού του ΔΟΑΕ, τα συστήματα και τα εξαρτήματα που είναι σημαντικά για την ασφάλεια σχεδιάζονται, όπου είναι σκόπιμο, ώστε η αστοχία τους ή η αστοχία ενός υποστηρικτικού τους μέσου να μην εμποδίζει τη λειτουργία ασφαλείας για την οποία προορίζονται. Υποστηρικτικά μέσα των συστημάτων ασφαλείας ο ΔΟΑΕ ονομάζει τον εξοπλισμό που τους παρέχει υπηρεσίες όπως ψύξη, λίπανση και τροφοδοσία ενέργειας. Ειδικά το σύστημα προστασίας, που παρακολουθεί τη λειτουργία του αντιδραστήρα και ξεκινά αυτόματα ενέργειες όταν διαπιστώσει ανώμαλη κατάσταση, πρέπει να έχει χαρακτηριστικά fail-safe, ώστε ο σταθμός να φτάνει σε ασφαλείς συνθήκες ακόμη κι αν αστοχήσει το ίδιο. Καθιερωμένο ελληνικό όρο για την πυρηνική ασφάλεια σε επίσημο κείμενο δεν βρήκαμε, γι’ αυτό κρατάμε τον αγγλικό.