nuclear.gr Κάθε αριθμός με πηγή
κανονιστικόΣτα αγγλικά: radon

ραδόνιο

Φυσικό ραδιενεργό αέριο, άοσμο, άχρωμο και άγευστο, που βγαίνει από το έδαφος και μαζεύεται σε κλειστούς χώρους.

Ορισμός

Κατά την ΕΕΑΕ προέρχεται από τη διάσπαση του ουρανίου-238 στα πετρώματα, από όπου διαχέεται και συσσωρεύεται στους κλειστούς χώρους των κτιρίων, και στην Ελλάδα ευθύνεται για το ένα τρίτο της συνολικής έκθεσης του πληθυσμού σε ιοντίζουσα ακτινοβολία. Η συγκέντρωσή του στον αέρα μετριέται σε μπεκερέλ ανά κυβικό μέτρο (Bq/m³). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το θεωρεί τη δεύτερη αιτία καρκίνου του πνεύμονα στον γενικό πληθυσμό, μετά το κάπνισμα.

Σχετικοί όροι