δραστικότητα
Μέτρο του πόσο απέχει η αλυσιδωτή αντίδραση από την ισορροπία, όπου ο αριθμός των σχάσεων μένει ίδιος από γενιά σε γενιά.
Ορισμός
Θετική δραστικότητα σημαίνει ότι οι σχάσεις, άρα και η ισχύς, αυξάνονται· αρνητική σημαίνει ότι μειώνονται. Όταν οι ράβδοι ελέγχου μπαίνουν γρήγορα στην ενεργό ζώνη, εισάγουν αρνητική δραστικότητα και ο αντιδραστήρας σταματά. Σε ορισμένα ελληνικά τεχνικά κείμενα ο ίδιος όρος γράφεται «αντιδραστικότητα». Τη ραδιενέργεια ενός υλικού ως ποσότητα τη μετρά άλλο μέγεθος, η ενεργότητα.