αναλωθέν πυρηνικό καύσιμο
Το καύσιμο που έχει αφαιρεθεί από τον πυρήνα του αντιδραστήρα και δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί στη μορφή που έχει. Στην καθημερινή γλώσσα, «αναλωμένο καύσιμο».
Ορισμός
«Αναλωθέν πυρηνικό καύσιμο» είναι ο κανονιστικός όρος, όπως τον γράφουν η ΕΕΑΕ και το ελληνικό κείμενο της Οδηγίας 2011/70/Ευρατόμ· «αναλωμένο» είναι η καθημερινή μορφή. Κατά τον ΔΟΑΕ, το καύσιμο αφαιρείται από τον πυρήνα λόγω εξάντλησης του σχάσιμου υλικού, συσσώρευσης δηλητηρίων νετρονίων ή φθοράς από την ακτινοβολία. Βγαίνοντας, το καύσιμο είναι έντονα ραδιενεργό και θερμό, γι’ αυτό αρχικά ψύχεται σε δεξαμενή νερού μέσα στον σταθμό. Έπειτα ακολουθεί ξηρή αποθήκευση, επανεπεξεργασία ή πορεία προς γεωλογική διάθεση, ανάλογα με την πολιτική κάθε χώρας.